Ταξιδεύοντας στην Αμερική προσπάθησα να κάνω μια ανασκόπηση και να βρω μια ερμηνεία για τα στοιχεία εκείνα που κάνουν τον Αμερικάνικο λαό τόσο αρνητικό στα αριστερά κόμματα και τις αριστερές πολιτικές, εν αντιθέσει με την κρατούσα πολιτική αντίληψη εδώ και αρκετές δεκαετίες στη χώρα μας.

Στην χώρα μας πλειοψηφικά θα έλεγα ο λαός διακατέχεται τουλάχιστον από όσο η ύπαρξη μου μπορεί να θυμηθεί από μια «λεγόμενη αριστερή πολιτική άποψη», χωρίς απαραίτητα το ανάλογο βάθος σκέψης που βρίσκει κανείς σε εκπροσώπους  αυτής της κοσμοθεωρίας όπως ο Μαρξ, ο Έγκελς, ο Λένιν και άλλοι. Νομίζω ότι ο εμφύλιος, η δικτατορία, τα βιώματα στρέφουν πλειοψηφικά τους πολίτες μας προς μια προς τα αριστερά κοσμοθεωρία. Δεν είναι τυχαίο ότι από το 1981 είχαμε την πολιτική κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ, ενώ όσες φορές κυβέρνησε «δεξιά» κυβέρνηση αυτό συνέβη με την επίκληση του κέντρου (θυμηθείτε την κυβέρνηση Καραμανλή).

Όσες φορές επιχείρησε κόμμα χαρακτηριζόμενο ως δεξιό να κυβερνήσει έπρεπε παράλληλα να συμβούν δύο δεδομένα, το πολιτικό κόστος του ΠΑΣΟΚ και η στροφή του ιδίου προς το πολιτικό κέντρο. «Το κέντρο βγάζει κυβερνήσεις» ακούγαμε.

Κοινά χαρακτηριστικά κατά το παρελθόν η προσπάθεια να διαχειριστούμε το λαό και όχι να τον καθοδηγήσουμε πολιτικά διαμορφώνοντας την κουλτούρα του και την παιδεία του προς μια εθνικά συμφέρουσα πορεία. Προσωπικά, ποτέ δεν αντιλήφθηκα ποια είναι η θέση της χώρας μας έναντι του κόσμου, ποια η εθνική και οικονομική της στρατηγική και προς τα πού θέλουμε να πορευόμαστε.

Τελικώς φαίνεται οι επιμέρους κυβερνήσεις ή έστω η πλειονότητα αυτών να διαχειρίστηκαν επί σειρά δεκαετιών τον λαό, σπαταλώντας ένα μεγάλο ποσοστό από το μέλλον και τις προοπτικές του. Αποτέλεσμα πανθομολογούμενο ένα υδροκέφαλο και αντιπαραγωγικό κράτος, αρνητικό ως προς την επιχειρηματικότητα, διεφθαρμένο σε μεγάλο ποσοστό, γραφειοκρατικό, αντί-επενδυτικό, χωρίς να προάγει τις πραγματικές αξίες και την εξέλιξη.

Αν κοιτάξουμε γύρω μας, θα ανιχνεύσουμε ένα μέρος της μάζας των πολιτών οι οποίοι έχουν αφομοιώσει και αφομοιωθεί τόσο από αυτό το σύστημα αξιών, που μάλλον δεν επιδιώκουν την πρόοδο και την εξέλιξη, αλλά περισσότερο μεμψιμοιρούν για την κατάσταση στην οποία οι ίδιοι βρίσκονται, οικτίροντάς όσους για διαφόρους λόγους είναι σε καλύτερη θέση. Φτάσαμε σήμερα να έχουμε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας των πολιτών το οποίο περισσότερο επιθυμεί ή/και επιδιώκει «να καταστραφεί και ο γείτονας». Αυτό είναι μια μεγάλη «ηθική έκπτωση».

Μετά το 2009 και την παγκόσμια οικονομική κρίση θα περίμενε κανείς να αλλάξουμε κατεύθυνση. Όταν ένα κράτος φτάνει στα όρια της πτώχευσης το αναμενόμενο είναι να ενδοσκοπήσει και να αναζητήσει τα εθνικά σφάλματα επιδιώκοντας μια σημαντική μεταστροφή. Πολύ δε περισσότερο όταν έχοντας την τύχη να ανήκει  σε μια ομάδα κρατών έχει αυτή την δεύτερη ευκαιρία.

Όταν για παράδειγμα ο εθνικός προϋπολογισμός κορυφώνει μια διαρκή πορεία ελλειμμάτων με έλλειμμα  για ένα μόνο έτος, ίσο με το 15% του ΑΕΠ, θα πρέπει να εξετάσεις που οφείλεται αυτή η αυτοκαταστροφική εθνικά πορεία, να συσπειρωθείς, να δεις τα οικονομικά μοντέλα που οδήγησαν εδώ και να διαμορφώσεις μια προφανέστατα διαφορετική πορεία.

Κυρίως είναι η μεγάλη σου εθνική θα έλεγα ευκαιρία να πείσεις το λαό, ότι τελικώς με το πελατειακό κράτος μόνο ευκαιριακά επωφελείται και στην ουσία μεσοπρόθεσμα και ακόμη περισσότερο μακροπρόθεσμα οδηγείται στην καταστροφή. Θα ήταν μάλλον αυτονόητο οι πολιτικές δυνάμεις αποδεχόμενες το προφανές ότι πολλά δεν έκαναν ορθά, να ενώσουν δυνάμεις και να διαμορφώσουν όλες μαζί ένα νέο εθνικό πεδίο, ένα πεδίο που αξίζει σε αυτή τη χώρα με τα τόσα πλεονεκτήματα. Μια εθνική στρατηγική προσφέροντας στο λαό όραμα και προοπτική.

Εις μάτην. Ευσεβείς ελπίδες μιας μάλλον ξένης προς τα ελληνικά ήθη και έθιμα λογικής τουλάχιστον μέχρι σήμερα.

Από το 2009, έχουμε αλλάξει πέντε αν δεν κάνω λάθος κυβερνήσεις περιλαμβανομένων των κυβερνήσεων του κου Παπαδήμου και κου Πικραμένου, και δεν μπορέσαν οι πολιτικές δυνάμεις να συμφωνήσουν παρά μόνο στο νομοσχέδιο για την παιδεία το οποίo προσφάτως και αυτό ξηλώνεται.

Τι πετύχαμε τελικώς ως επικεφαλίδα μέσα σε αυτή την πορεία του πενταετούς πόνου; Να επιχειρήσουμε να αλλάξουμε τα δεδομένα, χωρίς να αλλάξουμε την ουσία. Όμως τα προβλήματα, ιδίως τα τόσο δομικά, δεν αντιμετωπίζονται χωρίς ρήξεις και η οικονομία είναι ένα πεδίο όπου ο χρόνος, η αμεσότητα και η αποφασιστικότητα της μεταστροφής, είναι καίριας σημασίας για την διαμόρφωση μια αναπτυξιακής τάσης.

Έπρεπε πρακτικά να αντιμετωπίσουμε ένα τεράστιο έλλειμμα. Όταν τα έσοδα από τα έξοδα έχουν τέτοια απόσταση και δεν έχεις περιθώρια δανεισμού -άσε που δεν ωφελεί να δανείζεσαι μια ζωή για να καλύπτεις κενά- πρέπει είτε να μειώσεις τα έξοδα, είτε να αυξήσεις τα έσοδα. Πόσο απλά ακούγονται ορισμένα πράγματα. Κι όμως δεν είναι πάντα.

Έσοδα – Έξοδα = Πλεόνασμα ή έλλειμμα.
Για να έχεις πλεόνασμα είτε αυξάνεις τα έσοδα είτε μειώνεις τα έξοδα, είτε διαχειρίζεσαι και τα δύο.

Όταν τα έξοδα είναι αντικειμενικά υπέρογκα σε σύγκριση με κάθε πολιτισμένο δυτικό κράτος (βλέπε δημόσιο τομέα, φαρμακευτική, νοσοκομειακή δαπάνη, ασφαλιστικό σύστημα κλπ.) και όταν η φορολογική επιβάρυνση είναι βαριά και μη ανταγωνιστική σε σχέση με όλους τους εθνικούς ανταγωνιστές σου, οι οποίοι επιπροσθέτως συνορεύουν μαζί σου, είναι πιο λογικό να προσανατολίσεις τη δράση σου στην περικοπή των δαπανών.

Εν ολίγοις να στραφείς περισσότερο στον περιορισμό των δαπανών από την αύξηση των εσόδων. Πολύ περισσότερο που ο περιορισμός των δαπανών είναι ασφαλέστερη μέθοδος για να προσφέρει αποτελέσματα.

Στο επίπεδο των εσόδων, επειδή η επιβάρυνση όπως ήδη ανέφερα είναι μεγάλη και είσαι μη ανταγωνιστικός με τα γειτονικά σου κράτη, δεν ωφελεί κατά την εκτίμηση μας να αυξήσεις τα βάρη, αλλά ασφαλώς οφείλεις  να αντιμετωπίσεις την φοροδιαφυγή.

Όσο αυξάνεις τα φορολογικά βάρη, πολύ δε περισσότερο όταν παραλλήλως  δε δαμάζεις την φοροδιαφυγή, πλήττεις το παραγωγικό κομμάτι, κάνεις την οικονομία σου λιγότερο ανταγωνιστική ενώ και η εισροή εσόδων είναι όπως αποδείχθηκε αμφίβολη ιδίως όταν η οικονομία είναι σε βαριά ύφεση.

Εμείς πετύχαμε το κάπως σπάνιο: επιλέξαμε στις δαπάνες την σταδιακή, αργή και μη ριζική προσέγγιση. Την βαπτιζόμενη ως «ομαλή προσαρμογή». Στις εκκλήσεις για μεγάλη και άμεση μείωση του δημόσιου τομέα αντιπαραθέσαμε την κοινωνική μας ευαισθησία. Τι πετύχαμε τελικά; Να διαφυλάξουμε αντί να αλλάξουμε τον αντιπαραγωγικό δημόσιο τομέα ως προς το συνολικό μέγεθος, αλλά και να τον ταλαιπωρήσουμε παραλλήλως συνολικά  με σταδιακά μέτρα.

Αντί να επηρεαστεί ένα μέρος του, επηρεάστηκε το σύνολο του και μάλιστα με τη μέθοδο του μαρτυρίου της σταγόνας. Χάσαμε ως οικονομία χρόνο και χρήματα και τελικά δεν δώσαμε ούτε σε αυτό το μέρος του εργατικού προσωπικού την προοπτική των θυσιών του. Νομίζω ότι αν κάναμε μια αντικειμενική εκτίμηση μάλλον θα λέγαμε ότι εξακολουθεί ο δημόσιος τομέας να είναι αντιπαραγωγικός, ενώ επιπροσθέτως διακατέχεται και από αρνητισμό, αφού και απαξιώθηκε και ταλαιπωρήθηκε επι αρκετά έτη.

Θα αρκούσε θεωρούμε μια αποφασιστική και άμεση μείωση του δημόσιου τομέα για να διαμορφωθεί ένα πιο ευέλικτο, παραγωγικό και μη γραφειοκρατικό δημόσιο. Στο κομμάτι που θα έπρεπε να μείνει πιθανόν δε θα χρειαζόταν να γίνουν περικοπές και με αυτό τον τρόπο θα επιχειρούσαμε μια εθνική μεταστροφή έχοντας το η εκάστοτε κυβέρνηση σύμμαχο και συνοδοιπόρο στην εθνική προσπάθεια.

Εφόσον λοιπόν δεν μειώσαμε ριζικά και άμεσα τα έξοδα, πως θα καλύπταμε το κενό; Μα με αύξηση των εσόδων. Φόρους, φόρους, φόρους σε μια χειμαζόμενη με τεράστια ύφεση οικονομία. Εν τω μεταξύ στον τομέα περιορισμού της φοροδιαφυγής δεν είχαμε τα αποτελέσματα που θέλαμε.

Αποτέλεσμα χιλιάδες επιχειρήσεις κλειστές, ένα εκατομμύριο άνεργοι από τον ιδιωτικό τομέα, τεράστια μείωση των αποδοχών, ιδίως στον ιδιωτικό τομέα, τεράστια αδυναμία πληρωμής φόρων και εισφορών από μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Παρόλα αυτά, με πολύ μεγαλύτερο πόνο από όσο θα χρειάζονταν, με τις υστερήσεις, τις καθυστερήσεις, τα λάθη και την ομφαλοσκόπηση, φτάσαμε επιτέλους μετά από πέντε έτη σε πρωτογενή πλεονάσματα, λίγο πριν βγούμε στις αγορές. Όμως τα λάθη πληρώνονται, δυστυχώς όχι από όσους τα προξενούν αλλά κυρίως από εμάς, το λαό. Στην οικονομία ο χρόνος είναι ιδιαίτερα πολύτιμος. Ο λαός δεν αντέχει πέντε ή έξι έτη ταλαιπωρίας, για να πετύχουν κάποιοι την λεγόμενη ομαλή προσαρμογή, γιατί για το λαό αυτή η διαδικασία δεν είναι ομαλή, αλλά μάλλον μαρτυρική.

Το αποτέλεσμα και το τραγικότερο όλων: Δεν είμαστε στο σημείο μηδέν μετά από τόσες θυσίες, αλλά κατά την εκτίμηση μου σε πολύ χειρότερο σημείο. Βιώνουμε, όπως φαίνεται, την επαναφορά της λογικής που μας οδήγησε λίγο πριν την χρεοκοπία. Σύμφωνα με την κυρίαρχη σήμερα νοοτροπία, για όλα σχεδόν φταίνε οι ξένοι, το πρόβλημα δεν είναι οι δαπάνες, αντιθέτως πρέπει να επαναφέρουμε μισθούς και συντάξεις, να επαναπροσλάβουμε τους ελάχιστους απολυμένους δημοσίους υπαλλήλους, να καταργήσουμε κάθε μορφής αξιολόγηση στο δημόσιο τομέα, να επαναφέρουμε τις κλαδικές εργασιακές συμβάσεις, να επαναφέρουμε τις συντάξεις στα προγενέστερα επίπεδα, να αστυνομεύσουμε την οικονομία, να απορρίψουμε κάθε ιδιωτική επένδυση και τόσα άλλα χαριτωμένα.

Όλα εδώ πληρώνονται, οι αστοχίες, οι συμβιβασμοί, η αδυναμία όσων θα έπρεπε να κάνουν τομές μας έκαναν να χάσουμε μια τεράστια εθνική ευκαιρία την ευκαιρία της στροφής της οικονομίας μας προς τον ιδιωτικό τομέα.

Ο λαός έκανε τεράστια υπομονή για πέντε – έξι έτη και δεν είδε καν την προοπτική και πλέον είναι στοιχισμένος πίσω από την νέα επικρατούσα νοοτροπία. Και αυτό θα αργήσει να αλλάξει.

Πού οδηγούμαστε για μια ακόμη φορά σε σχέση με το ισοζύγιο Εσόδων – εξόδων που περιγράψαμε ανωτέρω; Όπως φαίνεται στα συνηθισμένα. Νέα αύξηση φορολογικών βαρών για να αυξηθούν τα έσοδα, αύξηση των δαπανών του κράτους, κρατικοποίηση, ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας, μείωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, προσπάθεια για ανάπτυξη μέσω εσωτερικής κατανάλωσης.

Αισθάνομαι ότι βιώνουμε την εμμονή στο ίδιο σφάλμα. Προφανώς όλοι μας θέλουμε την αύξηση των μισθών και των συντάξεων, αλλά όχι μέσω ελλειμμάτων και δανείων, αλλά μέσα από ανάπτυξη και πλεονάσματα. Όμως ανάπτυξη ακούμε και ανάπτυξη δε βλέπουμε επι σειρά ετών.
Αλήθεια έχετε ακούσει κάτι για ανάπτυξη;

Καλή μας τύχη.

Με εκτίμηση,

Ευστάθιος Λιακόπουλος

Εγγραφείτε στο Newsletter μας



    This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.