I. ΙΣΤΟΡΙΚΟ:

 

  • Το Ελληνικό χρέος εμφανιζόταν βιώσιμο αλλά όχι με μεγάλη πιθανότητα όταν το πρώτο πρόγραμμα εφαρμόστηκε τον Μάιο του 2010. Το δημόσιο χρέος αναμενόταν να ανέβει από 115% του ΑΕΠ στο ανώτερο 150% του ΑΕΠ, πρωταρχικά λόγω της εσωτερικής ανακλαστικής υποβάθμισης του ονομαστικού ΑΕΠ σε συνδυασμό με τις δημοσιονομικές προσαρμογές που αναμένονταν να προσθέσουν σε δημόσια βάρη, αλλά και λόγω της απόφασης της μη αναδιάρθωσης μέσω ιδιωτικού τομέα (PSI).
  • Η βαθύτερη του αναμενόμενου ύφεση οδήγησε σε σημαντική ελάφρυνση του χρέους το 2011-12 με στόχο να περιφρουρηθεί η πιθανότητα της αποκατάστασης βιωσιμότητας. Οι Ευρωπαικοί φορείς επίσης δεσμεύτηκαν να δώσουν επιπρόσθετη ελάφρυνση αν αυτό χρειαζόταν ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι Χρέους – προς – ΑΕΠ (από 124% έως το 2020 και κάτω από 110% έως το 2022). Το ΔΝΤ διατήρησε την αξιολόγησή του ότι το χρέος ήταν βιώσιμο αλλά όχι σε μεγάλες πιθανότητες.
  • Σοβαρά προβλήματα υλοποίησης αποφάσεων από τις Ελληνικές κυβερνήσεις οδήγησαν στην απότομη επιδείνωση της βιωσιμότητας, αναπτύσσοντας νέες αμφιβολίες όσον αφορά το ρεαλισμό των πολιτικών παραδοχών, κυρίως από το 2ο εξάμηνο του 2014 και μετά. Το ΔΝΤ Staff’s αναθεώρησε την Έκθεση Βιωσιμότητας Χρέους (DSA) – δημοσιοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2015 – ισχυρίζοντας ότι οι συμφωνημένοι στόχοι χρέους για το 2020-2022 θα ήταν ελλειματικοί κατά τι παραπάνω από 30% του ΑΕΠ. Κρίσιμα, αυτή η επιδείνωση θα αντανακλόνταν σημαντικά στην αύξηση των αναγκών χρηαμτοδότησης, καθώς υπήρχαν μόνο μέτριες καθοδικές εκθέσεις αναφορικά με την DSA και τους φιλόδοξους στόχους της, γιατί η νέα κυβέρνηση του 2015 – όπως και η προηγούμενη – επέμενε ότι θα μπορούσε να έχει την απαραίτητη πολιτική υποστήριξη για να περάσει τα μέτρα που θα συμφωνούνταν.

 

  • Οι πολιτικές εξελίξεις μετά το καλοκαίρι του 2015 προκρίνουν ότι η ευθυγράμμιση των κρίσμιων πολιτικών και των παραδοχών της DSA δεν μπορούν πλέον να αναβληθούν εάν το επιθυμητό αποτέλεσμα είναι η DSA να παραμείνει αξιόπιστη. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν ήταν ικανή να κινητοποιήσει την πολιτική στήριξη για το συνολικό ρυθμό των μεταρρυθμίσεων που ήταν αναγκαίες για να διατηρηθούν οι ακόμη αισιόδοξες παραδοχές της DSA του Ιουνίου του 2015 για μια γρήγορη, ηχηρή και διαρκή βελτίωση της παραγωγικότητας και των δημοσιονομικών επιδόσεων.
  • Πρωτογενές Πλεόνασμα: η προσαρμογή των προηγούμενων ετών βασίζοταν κυρίως στην άνοδο των ήδη υψηλών φόρων που επιβάλλονταν σε μια στενή βάση και σε ad hoc περικοπές δαπανών που δεν υποστηρίζονταν απο διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Το ΔΝΤ πιστεύει πως η επιπλέον προσαρμογή είναι αναγκαία ώστε να δημιουργήσει τις προοπτικές για την Ελλάδα να έχει διαρκή πρωτογενή πλεονάσματα μακροχρόνια τα οποία μπορούν να επιτευχθούν μόνο αν βασιστούν σε μέτρα διεύρυνσης της φορολογικής βάσης και σε μείωση των δαπανών για μισθούς και συντάξεις, που σήμερα αντιπροσωπεύουν το 75% των πρωτογενών δαπανών. Αυτό συνιστά πως είναι μη ρεαλιστικό να θεωρηθεί πως η Ελλάδα μπορεί να προσωρήσει σε πρόσθετη προσαρμογή 4,5% του ΑΕΠ που χρειάζεται ώστε να υπάρξει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ. Λίγες χώρες κατάφεραν να πλησιάσουν και να διατηρήσουν τέτοια υψηλά ποσοστά πρωτογενών πλεονασμάτων για μια δεκαετία η περισσότερο και είναι εξαρετικά αβέβαιο ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να το πράξει θεωρώντας ότι έχει ακόμη αδύναμες πολιτικές που θα επιφέρουν ανεργία σταθερή σε διψήφια νούμερα για πολλές δεκαετίες. Με βάση όλα αυτά το ΔΝΤ θεωρεί πως η DSA θα πρέπει να βασιστεί σε πρωτεγενές πλεόνασμα μακροχρόνια όχι περισσότερο από 1,5% του ΑΕΠ ετησίως. Αυτός ο στόχος είναι στα μάτια του Ταμείου μέσα στα όρια του δυνατού αν και αυτός ακόμη παραμένει αισιόδοξος καθώς This target would in staff’s view be within the realm of what is plausible, although it remains ambitious in as much as απαιτεί η δημοσιονομική προσαρμογή να συνοδεύεται από πολύ ισχυρότερη στήριξη σε μεταρρυθμίσεις και πολύ ισχυρότερη αποφασιστικότητα στην δημιουργία πολιτικών από ιδρύματα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, από ότι ισχύει μέχρι σήμερα.
  • Ανάπτυξη: Το ΔΝΤ θεωρεί ότι η συνεχιζόμενη έλλειψη πολιτικής στήριξης για μια ισχυρή και ευρεία επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, δείχνει ότι δεν είναι πλέον ανεκτή για να στηρίξει την DSA, στην παραδοχή ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να κινηθεί γρήγορα από ένα από τα χαμηλότερα σε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αύξησης παραγωγικότητας στην Ευρωζώνη. Δύο Two ανησυχίες: (α) Στον χρηματοοικονομικό κλάδο, η ανακεφαλαιοποίηση των Ελληνικών Τραπεζών ολοκληρώθηκε το 2015 αλλά δεν συνοδεύτηκε από μια εκ των προτέρων αναμόρφωση της διακυβέρνησης για να ξεπεραστούν μακροχρόνια προβλήματα, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας σε πολιτικές παρεμβάσεις στη διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος. Το Ταμείο πιστεύει πως στην απουσία ισχυρότερων πολιτικών διαχείρισης από νομοθέτες και ενόψει του εξαιρετικά υψηλού επιπέδου των NPLs (μη εξυπηρετούμενων δανείων) και του υψηλού μεριδίου των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων σε κεφάλαια τραπεζών, οι τράπεζες θα επιβαρυνθούν με πολύ αδύναμους ισολογισμούς για τα επόμενα χρόνια, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν θα είναι σε θέση να παράσχουν πιστώσεις προς την οικονομία στην κλίμακα που απαιτούνται για να υποστηρίξουν τους πολύ φιλόδοξους στόχους ανάπτυξης. (β) Όσον αφορά τις ευρύτερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η περαιτέρω αναβολή των μεταρρυθμίσεων για τις ομαδικές απολύσεις και το πλαίσιο των βιομηχανικών δράσεων το φθινόπωρο του 2016 -ληξιπρόθεσμα ήδη από το 2014 -, και ο εξαιρετικά αργός ρυθμός με τον οποίο η Ελλάδα προτίθεται να αντιμετωπίσει τους διαβρωτικούς περιορισμούς στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, δεν συνάδουν με τους πολύ φιλόδοξους στόχους ανάπτυξης που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα. Ενάντια σε αυτό το πλαίσιο, το Ταμείο μείωσε το μακροπρόθεσμο στόχο / παραδοχή ανάπτυξης στο 1,25%, ακόμη και μεσοπρόθεσμα καθώς αναμένεται εντονότερη ανάκαμψη καθώς το παραγωγικό κενό κλείνει.
  • Λοιπές Παραδοχές υποστήριξης της DSA με ιδιωτικοποιήσεις παραμένουν ως έχουν βάσει και της προηγούμενης Έκθεσης του Ιουνίου 2015 αντανακλώντας το ζοφερό ρεκόρ που έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα. Το Ταμείο δεν περιμένει έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις των Τραπεζών (δεδομένης της σημαντικής μείωσης συμμετοχής του Κράτους στις Τράπεζες βάσει της τελευταίας ανακεφαλαιοποίησης). Τέλος, τα επιτόκια της αγοράς αναμένεται να συνεχίσουν να είναι αυξημένα αμέσως μετά την περίοδο του προγράμματος και για να ανταποκριθούν ενδογενώς στην δυναμική του χρέους όπως προτείνει η σχετική βιβλιογραφία.
  • Το Ταμείο τέλος θεωρεί ότι οι αναθεωρημένοι στόχοι του προγράμματος παραμένουν αρκετά φιλόδοξοι ώστε να δικαιολογούν τη συνεχιζόμενη στήριξη από τους Ευρωπαίους εταίρους στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, είναι απόλυτα σημαντικό ότι η δημόσια χρηματοδότηση θα πρέπει να εξαρτάται από τις δεσμεύσεις για μια αξιόπιστη πολιτική σχεδιασμού.

 

II. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ:

 

  • Όπως αναλύθηκε και στην DSA του Ιουνίου του 2015, το Ταμείο πιστεύει πως οι στόχοι του χρέους και το πλαίσιο όπως συμφωνήθηκε το 2012 δεν είναι πλέον ουσιώδη στην αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Συγκεκριμένα, τον Ιούνιο του 2015 το Ταμείο είχε προτείνει έναν ορίζοντα έως το 2060, που ουσιαστικά να ταιριάζει με τις λήξεις των Ευρωπαικών Δανείων. Επιπρόσθετα, το Ταμείο τόνισε πως το επίπεδο και η πορεία του λόγου του χρέους (debt ratio) εξακολουθεί να αποτελεί ένα σημαντικό ζήτημα βιωσιμότητας, καθώς αποτελεί ένα καθοριστικό παράγοντα του επιτοκίου με το οποίο η Ελλάδα θα αναχρηματοδοτήσει τον εαυτό της μέσω των αγορών. Οι Ευρωπαίοι εταίροι υποστήριξαν αυτό το πλαίσιο, καθώς είναι σε σειρά με την ισχυρή γραμμή της ΕΕ αναφορικά με το «κούρεμα χρέους» ενώ ταυτόχρονα ανοιχτή σε σημαντικές μειώσες χρέους σε όρους Καθαρής Παρούσας Αξίας μέσω της επέκτασης λήξεων και της μείωσης επιτοκίων.Pie Chart

 

  • Στο πλαίσιο των Ακαθάριστων Χρηματοοικονομικών Αναγκών (GFN), η επίτευξη της βιωσιμότητας του χρέους απαιτεί τη διατήρηση των GFN σε χαμηλά επίπεδα για μια παρατεταμένη περίοδο ώστε να επιτρέψει στο χρέος να μειώνεται επαρκώς προτού η Ελλάδα μπορεί να επιστρέψει στις αγορές σε μεγαλύτερη κλίμακα. Όπως ισχυρίστηκε το Ταμείο στην Έκθεσή του τον Ιούνιο του 2015, οποιαδήποτε αναδιάρθρωση χρέους θα πρέπει να πετύχει δύο στόχους. Πρώτα να διατηρήσει της GFN στο πλαίσιο του 15 – 20% των κατωτάτων ορίων όπως ορίζονται στην MAC DSA για τις αναδυόμενες οικονομίες καθόλη τη διάρκεια της περιόδου προβολής (2060). Δευτερευόντως, να εξασφαλιστεί ότι το χρέος βρίσκεται σε ενα βιώσιμο μονοπάτι, δηλαδή με άλλα λόγια να υιοθετηθούν λύσεις που θα προσφέρουν όχι μόνο προσωρινή ελάφρυνση χρέους μεσοπρόθεσμα αλλά και θα είναι συνεπείς με τη βιωσιμότητα μακροχρόνια.
  • Η ανάλυση του Ταμείου συνιστά ότι η ικανοποίηση αυτών των στόχων θα απαιτήσει οι Ακαθάριστες Χρηματοοικονομικές Δαπάνες (GFN) να παραμείνουν όχι μόνο κάτω του 15% του ΑΕΠ αλλά κάτω από το 10% του ΑΕΠ έως περίπου το 2040, ανερχόμενες σε 20% του ΑΕΠ έως το 2060. Το χαμηλό όριο αυτό των GFN έως το 2040 είναι απαραίτητο ώστε να αφήσει διαθέσιμο χρόνο για την επαρκή μείωση του χρέους ώστε να επιτρέπει δανεισμό σε επιτόκια εναρμονισμένα με την βιωσιμότητα του χρέους ώστε η πορεία του χρέους να παραμείνει σε μια πτωτική τάση απομειωσης. Για παράδειγμα, σταθερότητα στις χρηματοοικονομικές δαπάνες στο 15% του ΑΕΠ έως το 2040 θα είχε ως αποτέλεσμα την ανεπαρκή μείωση στα επίπεδα χρέους καθώς αυτό θα σήμαινε τη χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές σε επιτόκια που δεν θα ήταν συνεπή με την βιωσιμότητα χρέους (τόσο οι GFN όσο και το χρέος θα ξεκινούσαν εκ νέου μια ανοδική πορεία μετά το 2040).

 

III. ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΕΙΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ

 

Σύμφωνα με τις βασικές υποθέσεις του Ταμείου, υπάρχει ένα σημαντικό χάσμα μεταξύ των προβλεπόμενων αποτελεσμάτων και των στόχων βιωσιμότητας που αναφέρθηκαν παραπάνω. Οι αναθεωρημένες προβλέψεις δείχνουν ότι το χρέος θα είναι περίπου 174% του ΑΕΠ μέχρι το 2020, και 167% του ΑΕΠ έως το 2022. Οι Ακαθάριστες Χρηματοδοτικές Ανάγκες ανέρχονται στο κατώτατο όριο του 15% του ΑΕΠ ήδη έως το 2024 και το 20% του ΑΕΠ έως το 2029, φθάνοντας περίπου το 30% του ΑΕΠ έως το 2040 και κοντά στο 60% του ΑΕΠ μέχρι το 2060. Το χρέος αναμένεται να μειωθεί σταδιακά σε μόλις κάτω από 160% του ΑΕΠ έως το 2030 καθώς το παραγωγικό κενό κλείνει, αλλά παρουσιάζει ανοδική τάση από εκεί και μετά, φτάνοντας περίπου 250% του ΑΕΠ μέχρι το 2060.

 

 

Graph 01

Μια ουσιαστική αναδιαμόρφωση των όρων των Ευρωπαϊκών δανείων προς την Ελλάδα είναι αναγκαία ώστε να μειώσει τις GFN κατά περίπου 20% του ΑΕΠ μέχρι το 2040 και ένα επιπλέον 20% του ΑΕΠ έως το 2060, ώστε να ικανοποιηθούν οι στόχοι που προαναφέρθηκαν και να διατηρηθεί το χρέος σε μια πτωτική πορεία. Η τυπική αναδιάρθρωση χρέους που θα μπορούσε να ικανοποιήσει αυτούς τους όρους θα πρέπει να βασίζεται σε ένα συνδυασμό τριών μέτρων:

 

  • Επέκταση Λήξεων: Η επέκταση των λήξεων των δανείων του EFSF, ESM and GLF, σε 14 χρόνια για τα δάνεια του EFSF, σε 10 χρόνια για τα δάνεια του ESM, και σε 30 χρόνια για τα δάνεια του GLF, θα μπορούσαν να μειώσουν τις GFN και το λόγο του χρέους (debt ratio) σε περίπου 7% και 25% του ΑΕΠ έως το 2060 αναλογικά. Ωστόσο μια ενέργεια όπως αυτή ατομικά θα ήταν ανεπαρκής για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας.
  • Περίοδος Χάριτος Πληρωμών: Τα δάνεια του EFSF έχουν ήδη λάβει μια επέκταση χάριτος και αναβολής πληρωμής και τα δάνεια του ESM έχουν ήδη δοθεί με μεγάλη περίοδο χάριτος και λήξεων. Επεκτείνοντας αυτές τις περιόδους χάριτος στο χρέος επιπλέον θα μπορούσε να μειώσει τις GFN περαιτέρω κατά 17%του ΑΕΠ έως το 2040 και κατά 24% του ΑΕΠ έως το 2060, και επιτρέποντας την Ελλάδα να οωφεληθεί από τα χαμηλά επιτόκια του ESM για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα θα μπορούσε ακόμη να μειώσει το χρέος κατά 84% του ΑΕΠ έως το 2060. Ωστόσο ακόμη και σε αυτή τη περίπτωση, οι GFN ανάγκες θα ξεπερνούσαν το 20% του ΑΕΠ κατά το 2050 ανδ το χρέος θα ξεκινούσε πάλι την ανοδική του πορεία.

 

  • Σταθερό Επιτόκιο: Για να διασφαλιστεί ότι το χρέος μπορεί να παραμείνει σε πτωτική πορεία, τα επιτόκια θα πρέπει να καθοριστούν σε χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να υπερβαίνουν το 1,5% μέχρι το 2040. Στο πλαίσιο αυτό, ο ESM θα μπορούσε να επιχειρήσει να επωφεληθεί από το ευνοϊκό επιτοκιακό περιβάλλον προσπαθώντας να κλειδώσει σε χαμηλά επιτόκια όλο το σύνολο δανείων του EFSF / ESM στις σημερινές μακροπρόθεσμες τιμές αγοράς, και παραλληλα εξαλείφωντας τα spreads που εφαρμόζονται σήμερα στα δάνεια του GLF. Βέβαια, η μετατροπή των δανείων αυτών σε σταθερό χαμηλό επιτόκιο θα είχε ως αποτέλεσμα την δέσμευση των Κρατών – Μελών της ΕΕ να αποζημιώσουν τον ESM για τις απώλειες που σχετίζονται με την μετατροπή αυτή στα δάνεια της Ελλάδας ή με οποιαδήποτε παρόμοια δέσμευση. Αυτό θα ήταν πασιφανέστατα εξαρετικά αμφιλεγόμενο μεταξύ όλων των Κρατών – Μελών λαμβανομένων υπόψιν των νομικών, και πολιτικών περιορισμών που θα προέκυπταν σε τέτοιες δεσμεύσεις εντός της Νομισματικής Ένωσης. Προσθέτοντας αυτό το μέτρο στα δύο παραπάνω θα βοηθούσε να μειωσεί το χρέος κατά 53% του ΑΕΠ έως το 2040 και κατά 151% του ΑΕΠ το 2060. Επίσης αναλόγα θα μειώνονταν και οι GFN κατά 22% του ΑΕΠ έως το 2040 και 39% του ΑΕΠ έως το 2060 κάτι που ικανοποιεί τους στόχους βιωσιμότητας που αναλύθηκαν παραπάνω. Περισσότερες λεπτομέρειες μπορείτε να δείτε παρακάτω στη Fig 2.

 

Η προτεινόμενη αναδιάρθρωση του χρέους δημιουργεί εξοικονόμηση της τάξης του 50% του ΑΕΠ σε όρους Καθαρής Παρούσας Αξίας (NPV) στο χρονικό ορίζοντα προβολής. Από αυτό, 18-24% του ΑΕΠ (31-42 δις €) οφείλεται στον καθορισμό του σταθερού επιτοκίου, ενώ το υπόλοιπο οφείλεται στην περίοδο χάριτος / αναβολή πληρωμών και την επέκταση των ληξεων.

 

Graph 02

 

IV. ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΑΦΡΥΝΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

 

Ακόμη και κάτω από τα προτεινόμενα σενάρια αναδιάρθρωσης του χρέους, η δυναμική του χρέους παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητη σε οικονομικά «σόκ». Δύο σενάρια «σόκ» αναλύονται με στόχο την εκτίμηση της δυναμικότητας των προτεινόμενων σεναρίων αναδιάρθρωσης του Ταμείου ώς εξής:

 

  • Αισιόδοξο Σενάριο (Upside): Ισχυρότερες από ότι αναμένονται πολιτικές μεταρρυθμίσεων που έχουν ως αποτέλεσμα σχετικά υψηλότερη ανάπτυξη (1,5%) και απουσία περαιτέρω κεφαλαιοποίησης των Τραπεζών, σε συνδυασμό με την παραπάνω αναδιάρθρωση 3 πυλώνων που προτάθηκε, θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερες Ακαθάριστες Χρηματοοικονομικές Ανάγκες (GFN) – σταθερές κοντά στο 15% του ΑΕΠέως το 2060 -, και μια ταχύτερη απομείωση του χρέους, που θα έδινε το έναυσμα για ένα νέο κύκλο με χαμηλότερα επιτόκια αγοράς και χαμηλότερα επίπεδα χρέους μακροχρόνια.

 

  • Απαισιόδοξο Σενάριο (Downside): Εάν οι πολιτικές είναι ασθενέστερες από ότι αναμένεται, με αποτέλεσμα χαμηλότερη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη (σταθεροποίηση στο 1%) και ένα χαμηλότερο πρωτογενές ισοζύγιο (σταθεροποίηση στο 1% του ΑΕΠ), η βιωσιμότητα του χρέους δεν θα μπορεί να διασφαλιστεί ακόμη και κάτω από την πρόταση του Ταμείου για αναδιάρθρωση με εκτεταμένες περιόδους χάριτος και και σταθερά επιτόκια. Σε αυτή τη περίπτωση, τόσο το χρέος όσο και η δυναμική των ακαθάριστων χρηματοοικονομικών αναγκών θα γίνει ασταθής και θα βαίνει αυξητική διαχρονικά, καθώς οι περίοδοι χάριτος πληρωμών δεν θα είναι πλέον επαρκείς για να διασφαλίσουν ότι η Ελλάδα θα μπορεί να έχει πρόσβαση στις αγορές σε τιμές που συνάδουν με την βιωσιμότητα. Για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα σε αυτό το σενάριο, το επιτόκιο των δανείων του EFSF/ESM θα πρέπει να μειωθεί στο μηδεν από τα σημερινά ήδη χαμηλά επίπεδα (ουσιαστικά άτοκα δάνεια) έως περίπου το 2050.

Graph 03

Η εφαρμογή της ελάφρυνσης του χρέους θα πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος της περιόδου του προγράμματος. Παρέχοντας ένα εξαρχής άνευ όρων συστατικό ελάφρυνσης χρέους είναι κρίσιμης σημασίας για να παραχθεί ένα ισχυρό και αξιόπιστο σήμα στις αγορές σχετικά με τη δέσμευση των επίσημων πιστωτών για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους. Αυτή η διασφάλιση από μόνη της θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης μέσω των αγορών. Ωστόσο, η ελάφρυνση του χρέους, εξαρτώμενη από την εφαρμογή ορθών πολιτικών δεν πρέπει να επεκταθεί πέρα από την περίοδο του προγράμματος, καθώς αυτό θα ήταν ασυμβίβαστο με την βασική προϋπόθεση του προγράμματος του Ταμείου ότι η προσαρμογή πρέπει να ολοκληρωθεί εντός της περιόδου του προγράμματος, προκειμένου να είναι καταλύτης στην εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Οι παρακάτω λεπτομέρειες αναφορικά με την ελάφρυνση του χρέους θα μπορούσαν να λεχθούν:

 

  • Μικροπρόθεσμα: το επόμενο tranche από την χρηματοδοότηση του ESM θα μπορούσε να δοθεί κάτω από νέους όρους (επιμήκυνση λήξεων, περίοδο χάριτος και σταθερό επιτόκιο) ώστε να δημιουργήσει ένα ισχυρό σήμα στις αγορές όσον αφορά τη δέσμευση των Ευρωπαίων εταίρων στο θέμα της αναδιάρθρωσης
  • Μεσοπρόθεσμα: σταθερά επιτόκια, περίοδοι χάριτος και επιμήκυνση λήξεων θα πρέπει να εφαρμοστούν κατά τη διάρκεια της περιόδου του προγράμματος εξσε εξάρτηση με την ικανοποιητική πρόοδο της εφαρμογής του από την Ελλάδα. Για παράδειγμα, στο τέλος κάθε επιτυχημένου έτους εφαρμογής του προγράμματος, η εξυπηρέτηση του χρέους, οι λήξεις και τα επιτόκια που αντιστοιχούν στο ένα τρίτο των δόσεων των δανείων των EFSF / ESM / GLF θα μπορούσαν να αναδιαρθωθούν, με προτεραιότητα στις δόσεις με μικρότερες λήξεις.
  • Μακροπρόθεσμα: Για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα με υψηλές πιθανότητες, υπό την προϋπόθεση ότι ο δανεισμός της Ελλάδας από το ΔΝΤ ξεπερνά το κατώτατο όριο του «προγράμματος εξαιρετικών περιπτώσεων» του Ταμείου, ένας αυτόματος μηχανισμός που θα συνδέει τη μελλοντική εξυπηρέτηση χρέους με μη-συνδεδεμένους παράγοντες πολιτικών (όπως οι κρίσεις στο ΑΕΠ) θα μπορούσε να θεσπιστεί με βάση την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος ώστε να αντιμετωπιστεί ή ευπάθεια σε κρίσεις – σοκ μετά την περίοδο του προγράμματος. Ο μηχανισμός αυτός θα μπορούσε να λάβει τη μορφή των μέσων που ενσωματώνουν συμμετρική προσαρμογή στην εξυπηρέτηση του χρέους, σε περίπτωση κρίσης – σοκ στο ΑΕΠ της χώρας, παρέχοντας τόσο προστασία στον οφειλέτη και κάποιο περιθώριο απόδοσης στους πιστωτές.

Εγγραφείτε στο Newsletter μας



    This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.